Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Επιστήμη και κρίση: Προσεγγίζοντας την κοινωνικά δίκαιη έξοδο

του Κώστα Νικολάου

     Η σημερινή φάση της οικονομικής κρίσης - παγκόσμια και στην Ελλάδα - έχοντας δραματικές επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της βιωσιμότητας, στην οικονομία (πλήρης απορρύθμιση), στην κοινωνία (ανεργία, φτώχεια, διάλυση κοινωνικού ιστού), στην προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και στην ίδια τη δημοκρατία, καθιστά απόλυτα αναγκαία μια συστηματική προσέγγιση τόσο της συγκεκριμένης κατάστασης, όσο και της αναζήτησης της κοινωνικά δίκαιης διεξόδου.
     Η συστηματική προσέγγιση με τη σειρά της, προϋποθέτει ξεκάθαρα εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία βασισμένα σε στέρεα φιλοσοφικά και επιστημονικά θεμέλια.

Ξεκάθαρες έννοιες, καθαρά λόγια και πρώτα απ’ όλα η δημοκρατία

     Η αναγκαιότητα των ξεκάθαρων εννοιολογικών εργαλείων, προκύπτει από τη σαφή διατύπωση του Επίκουρου, που δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση και επιχειρηματολογία: «Πρέπει το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων να είναι δεδομένο, ώστε να μπορούμε να διατυπώνουμε κρίσεις για τα όσα πιστεύουμε ή αναζητούμε ή δεν καταλαβαίνουμε, έχοντάς τες ως συγκεκριμένα σημεία αναφοράς• κι όχι να μπερδευόμαστε μέσα σε ατέρμονες ερμηνείες, με το κάθε τι αξεκαθάριστο• αλλιώς, το μόνο που θα μας μείνει θα ‘ναι κούφιες λέξεις. Χρειάζεται απαραίτητα να μας είναι προφανές – χωρίς τη βοήθεια καμιάς πρόσθετης απόδειξης – το πρωταρχικό νόημα της κάθε λέξης» [1].
     Η πρωταρχική έννοια και η συνεπαγόμενη πράξη, που αποτελεί ταυτόχρονα φιλοσοφικό και επιστημονικό κριτήριο για την προσέγγιση της σημερινής κατάστασης κρίσης, αλλά και θεμέλιο για την αναζήτηση της κοινωνικά δίκαιης εξόδου, είναι αναμφισβήτητα η έννοια και η πράξη της δημοκρατίας.
     Σε πείσμα της κυρίαρχης σήμερα διαστρέβλωσης της έννοιας και πράξης της δημοκρατίας, η μελέτη της φιλοσοφίας και της επιστήμης από τα αρχαία ελληνικά χρόνια μέχρι σήμερα μας αποδεικνύει ότι φιλοσοφικά και επιστημονικά η έννοια της δημοκρατίας ήταν και είναι ξεκάθαρη.
     Ξεκινώντας από την άποψη του Αριστοτέλη ότι «είναι πράγματι δημοκρατία όταν οι ελεύθεροι και πτωχοί πλειοψηφούν και είναι κυρίαρχοι της εξουσίας, τουναντίον δε ολιγαρχία, όταν οι πλούσιοι και ευγενούς καταγωγής κυριαρχούν, αν και ολιγότεροι κατ’ αριθμόν» [2], που ταυτίζεται με αυτήν του Θαλή του Μιλήσιου ότι «άριστη δημοκρατία είναι εκείνη που δεν έχει ούτε πολύ πλούσιους πολίτες ούτε πολύ φτωχούς», συνεχίζοντας με τη θέση του Paul Krugman (Nobel Οικονομικών 2008) ότι «η υπερβολική συσσώρευση πλούτου είναι ασύμβατη με την αληθινή δημοκρατία. Μπορεί κανείς να αρνηθεί σοβαρά ότι το πολιτικό μας σύστημα έχει στρεβλωθεί από την επίδραση των υπέρ-πλουσίων, και ότι η στρέβλωση αυτή γίνεται όλο και χειρότερη, καθώς αυξάνεται ο πλούτος των ολίγων; Ορισμένοι ‘σοφοί’ προσπαθούν ακόμη να διαλύσουν τις ανησυχίες για την αυξανόμενη ανισότητα σαν κάτι ανόητο. Η αλήθεια είναι όμως πως αυτό που διακυβεύεται είναι η ίδια η φύση της κοινωνίας μας» [3] και φθάνοντας μέχρι τη θέση του Noam Chomsky (Καθηγητής στο MIT, USA και ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους διανοητές) ότι «ο Αριστοτέλης θεωρούσε δεδομένο ότι η δημοκρατία πρέπει να είναι πλήρως συμμετοχική, να αποβλέπει στο κοινό καλό και ότι για να το επιτύχει, οφείλει να εξασφαλίζει σχετική ισότητα, "λελογισμένη και επαρκή ιδιοκτησία" και "διαρκή ευημερία" για τον καθένα. Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης είχε την αίσθηση ότι αν έχεις ακραίες καταστάσεις φτώχειας και πλούτου, δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά για δημοκρατία» [4], διαπιστώνουμε το διαχρονικά ξεκάθαρο εννοιολογικό περιεχόμενο της δημοκρατίας, το οποίο είναι ευθέως ανάλογο της ύπαρξης κοινωνικής δικαιοσύνης, αφού η δημιουργία ακραίας οικονομικής ανισότητας και συγκέντρωσης του πλούτου σε λίγα χέρια οδηγεί αναπόφευκτα και σε συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας σε λίγα χέρια.

Μελετώντας τη διαλεκτική και τη θεωρία του χάους

     Τα αδιέξοδα, που παρουσιάζονται στη σημερινή περίοδο κρίσης φανερώνουν ότι «τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν μπορούν να λυθούν αν μείνουμε στο ίδιο επίπεδο σκέψης που είχαμε όταν τα δημιουργήσαμε», για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση, που από πολλούς θεωρείται ως παράφραση της θέσης του Albert Einstein: «ένας νέος τρόπος σκέψης είναι απαραίτητος, εάν είναι το ανθρώπινο είδος να επιβιώσει και να κινηθεί προς ανώτερα επίπεδα» [5].
     Διατρέχοντας και πάλι τις κατακτήσεις της φιλοσοφίας και της επιστήμης από τα αρχαία ελληνικά χρόνια μέχρι σήμερα, αναδεικνύεται το στέρεο φιλοσοφικό και επιστημονικό θεμέλιο της διαλεκτικής.
     Η διαλεκτική προέκυψε από τα αρχαία ελληνικά ρήματα ‘διαλέγομαι’ και ‘διαλέγω’ και σήμαινε στην αρχή την τεχνική του διαλόγου και της συζήτησης με ερωτήσεις και απαντήσεις, καθώς και της ταξινόμησης των εννοιών. Ο Σωκράτης θεμελίωσε τη διαλεκτική ως μια κριτική διαδικασία έρευνας και σκέψης για την αναζήτηση της αλήθειας, εφαρμόζοντάς την στο ζωντανό φιλοσοφικό διάλογο. Ο Πλάτων συνεχίζοντας, διατυπώνει για πρώτη φορά τον πυρήνα της διαλεκτικής λέγοντας ότι το ‘είναι’ περικλείει μέσα του την αντίθεση και φθάνει να προτείνει την καθιέρωση της διαλεκτικής ως επιστήμης, που μάλιστα θα έπρεπε να διδάσκονται οι νέοι [6].
     Αιώνες μετά, ο Hegel συμβάλλει στην αναγέννηση της διαλεκτικής θεωρώντας ως βασικό νόμο της σκέψης και της φύσης, τη διαρκή κίνηση της έννοιας, που πραγματοποιείται στη βάση των αντιθέσεων, σύμφωνα με το διαλεκτικό σχήμα: θέση - αντίθεση – σύνθεση.
     Η σύγχρονη επιστημονική θεμελίωση της διαλεκτικής πραγματοποιήθηκε από τους Karl Marx και Friedrich Engels, οι οποίοι απάλλαξαν τη διαλεκτική από το ιδεαλιστικό περιεχόμενο της χεγκελιανής προσέγγισης και συνέβαλλαν στη διαμόρφωσή της ως επιστήμης των γενικών νόμων της κίνησης και ανάπτυξης της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της σκέψης. Αναζήτησαν τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής των οικονομικών αγαθών, την κοινωνική δομή και στις μορφές της ιδεολογίας, αναδεικνύοντας ότι ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής είναι η υποδομή και ο πνευματικός πολιτισμός το εποικοδόμημα. Υπογραμμίζεται με έμφαση ότι η διαλεκτική δεν παρεμβαίνει φιλοσοφικά στις επιστήμες για να επαληθεύσει ή να απορρίψει θεωρίες, αλλά πάντα με τη διαδικασία της συγκεκριμένης μελέτης της κίνησης των αντιθέσεων, που υφίστανται στις διάφορες επιστημονικές περιοχές. Ο διαλεκτικός νόμος της ενότητας των αντιθέτων είναι θεμελιώδης στην προσέγγιση της κοινωνίας, της φύσης και της σκέψης, διαδικασία στην οποία έχει καθοριστική σημασία η δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στην κύρια αντίθεση και στις δευτερεύουσες αντιθέσεις, καθώς και ανάμεσα στην κύρια πλευρά και τη δευτερεύουσα πλευρά της αντίθεσης [7-11].
     Είναι κομβικής σημασίας το γεγονός ότι η επιστημονική θεμελίωση της διαλεκτικής ακολουθεί την ίδια διαδικασία με την επιστημονική θεμελίωση των επιστημών. Η περίπτωση της συγκρότησης της χημείας ως αυτόνομης επιστήμης είναι χαρακτηριστική. «Η συγκρότηση του αντικειμένου της χημείας, της επιστήμης των ουσιών γίνεται με την οργάνωση του Περιοδικού Πίνακα του Mendeleyev, που θεωρείται από τις πιο φιλοσοφημένες σελίδες της επιστήμης» [12]. Κι αυτό γιατί «η επιστημονική διαλεκτική αγκαλιάζει γενικές μεθόδους σκέψης που αντανακλούν τους νόμους της ανάπτυξης. Ένας από αυτούς τους νόμους είναι η αλλαγή της ποσότητας σε ποιότητα. Η χημεία διαπερνάται στη λεπτομέρεια από αυτό το νόμο. Όλος o Περιοδικός Πίνακας του Mendeleyev έχει οικοδομηθεί αποκλειστικά πάνω σ’ αυτόν, εξάγοντας την ποιοτική διαφορά στα στοιχεία από τις ποσοτικές διαφορές στα ατομικά βάρη» [13]. Ο Mendeleyev έφτασε σ’ αυτό το επιστημονικό κατόρθωμα εφαρμόζοντας ασυνείδητα το διαλεκτικό νόμο της αλλαγής της ποσότητας σε ποιότητα [11]. Ο ίδιος διαλεκτικός νόμος ισχύει και στο σχηματισμό των οργανικών ενώσεων πχ της σειράς των παραφινών: «μια ολόκληρη σειρά σωμάτων ποιοτικά διαφορετικών, σχηματίζονται με μια απλή ποσοτική προσθήκη στοιχείων» [14].
     Επίσης, ο διαλεκτικός νόμος της ενότητας και της πάλης των αντιθέτων, ο μετασχηματισμός κάθε πράγματος στο αντίθετό του και η ενότητα των αντιθέτων παρατηρούμε ότι ισχύει στις χημικές αντιδράσεις, αλλά και παντού στη φύση, όπως πχ στην εξέλιξη ενός φυτού σε καρπό, σε σάπια οργανική ύλη και από κει στη δημιουργία νέων οργανισμών και ούτω καθεξής.
     Τα τελευταία χρόνια, με την εμφάνιση της θεωρίας του χάους συντελείται μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται ο κόσμος. Η εμφάνιση αυτής της θεωρίας αποτελεί το τέλος του αναγωγικού προσανατολισμού στην επιστήμη. Ο Ilya Prigogine (Nobel Χημείας 1977), ο σημαντικότερος ίσως επιστήμονας της θεωρίας του χάους, πεπεισμένος ότι η θερμοδυναμική της ισορροπίας δεν μπορεί να περιγράψει τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες εκδηλώνεται ο χρόνος, ασχολείται με τη θερμοδυναμική της μη ισορροπίας η οποία διακλαδίζεται σε γραμμική (όπου περιγράφεται η συμπεριφορά συστημάτων κοντά στην ισορροπία) και σε μη-γραμμική η οποία αναφέρεται σε συστήματα μακράν της ισορροπίας. Σ' αυτές τις καταστάσεις, όπου εισρέει εξωτερική ενέργεια στο σύστημα, όπου η γραμμικότητα καταρρέει και η συμμετρική σχέση ανάμεσα σε ροές και δυνάμεις (ίδιο των γραμμικών συστημάτων) παύει να ισχύει, ο Prigogine ανακαλύπτει ότι οι σταθερές καταστάσεις μπορούν να αποβούν ασταθείς, να μεταπέσουν στο χάος. Οι διακυμάνσεις αυξάνονται με τυχαίο τρόπο, διανύοντας μια πορεία προς το χάος μέχρι να ανακύψει ένα σημείο κρίσης, σημείο διακλάδωσης. Tότε μια από τις πολλές εξωτερικές διακυμάνσεις ενισχύεται σε τέτοιο βαθμό ώστε το σύστημα επιλέγει να εγκαταλείψει οριστικά την αρχική σταθερή κατάσταση και να εξελιχθεί προς κάποια άλλη: από το χάος αναδύεται τάξη. Μη αντιστρεπτές διαδικασίες μακράν της ισορροπίας είναι δυνατόν να καταλήξουν σε είδη οργάνωσης. Τα συστήματα δεν αποσυντίθενται αλλά εμφανίζονται νέα. Δηλαδή: το χάος μακράν της ισορροπίας περικλείει τη δυνατότητα αυτοοργάνωσης. O Prigogine βλέπει αυτοοργανωμένες δομές να εμφανίζονται σε όλα τα επίπεδα: στη φυσική, τη χημεία, τη βιολογία, την πολιτική [15, 16].
     H προβληματική που εισάγει η θεωρία του χάους έχει κοινό πλαίσιο αναφοράς και προσέγγισης των πραγμάτων με τη διαλεκτική. O Prigogine αναφέρει ότι «η φύση μπορεί να ονομαστεί ιστορική, δηλαδή ικανή για ανάπτυξη και ανανέωση. H ιδέα της ιστορίας της φύσης σαν συστατικό μέρος του υλισμού προτάθηκε από τους Marx και Engels. Oι σύγχρονες εξελίξεις στη φυσική έθεσαν στις φυσικές επιστήμες ερωτήματα που έβαζαν από πολύ καιρό οι υλιστές» [17].
     H μη γραμμική αντίληψη της οικονομίας και η προσέγγισή της σαν ένα ανοιχτό μη γραμμικό σύστημα φαίνεται στο «Κεφάλαιο» του Marx, όπου επιχειρείται ο συνδυασμός της δυναμικής σταθερότητας των σχημάτων αναπαραγωγής με τη δομική αστάθεια του συστήματος (τεχνικές, κοινωνικές, πολιτικές μεταβολές). Από αυτή τη θεώρηση προκύπτει η σύλληψη των καπιταλιστικών κρίσεων με τη μορφή διασταυρώσεων, διακλαδώσεων και κρίσιμων σημείων. H δυναμική οικονομία εμφανίζεται ως ένα σύστημα ευαίσθητο στις αρχικές συνθήκες. Το πιο ελκυστικό στοιχείο είναι η μη γραμμική προσέγγιση της εξέλιξης, όπου δίνεται έμφαση στις ασυνεχείς αλλαγές, στα άλματα, στις καταστροφές και τονίζεται η σημασία της μετάβασης από τη ποσότητα στην ποιότητα [7, 15].

Διαλεκτική διερεύνηση της αταξίας της σημερινής κρίσης

     Αυτό που συμβαίνει σήμερα σε όλο τον κόσμο δεν είναι η εμφάνιση μιας κρίσης. Η κρίση άρχισε εδώ και πολλά χρόνια. Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι η φάση όξυνσης της κρίσης. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
     Η χρονική περίοδος μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: 1946-75, θεωρείται παγκόσμια η χρυσή εποχή του καπιταλισμού, η «ένδοξη τριακονταετία». Ήταν χρυσή για το σύνολο της αστικής τάξης, ιδιαίτερα για το τραπεζικό και χρηματιστηριακό της τμήμα, αλλά και για πλατύτερα λαϊκά στρώματα [18]. Αυτό συνέβη χάρη στο μεγάλο μυστικό της μεγέθυνσης (και όχι ανάπτυξης όπως συνήθως λέγεται – άλλη μια διαστρέβλωση μιας θεμελιώδους έννοιας), που ήταν: να παράγουμε πολύ και να καταναλώνουμε πολύ. Το σπάσιμο της αλληλουχίας ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους της οικονομικής ζωής, γέννησε την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος [19].
     Το σπάσιμο αυτής της αλληλουχίας «παράγουμε πολύ – καταναλώνουμε πολύ» ξεκίνησε όταν η αρχική υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, που προέκυψε κατά την «ένδοξη τριακονταετία» επιλέχθηκε να επενδυθεί κυρίως σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα (διότι σχεδιάσθηκαν να έχουν πολύ μεγαλύτερα κέρδη και να είναι αφορολόγητα) και δευτερευόντως σε παραγωγικές επενδύσεις και αύξηση μισθών, που θα τόνωναν την κατανάλωση και άρα, θα διατηρούσαν το δίπολο παραγωγή – κατανάλωση.
     Είναι χαρακτηριστικό ότι, το 1976 (στο τέλος δηλαδή, της «ένδοξης τριακονταετίας») το 1% των πιο πλουσίων του πληθυσμού των ΗΠΑ εισέπραττε το 9% του ΑΕΠ εκείνου του έτους. Σήμερα (από τη γέννηση δηλαδή, της κρίσης μέχρι τη σημερινή φάση όξυνσής της), έχει ξεπεράσει το 25% [20].
     Η έννοια λοιπόν της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου μπορεί με ικανοποιητικό τρόπο να προσεγγίσει το χαρακτήρα της σημερινής κρίσης του καπιταλισμού. Οι εταιρείες στην επιδίωξη της μεγιστοποίησης του κέρδους και της παραγωγικότητας, καταλήγουν με τρόπο φυσιολογικό να χρειάζονται όλο και λιγότερους εργαζόμενους, δημιουργώντας έναν ‘εφεδρικό στρατό’ φτωχών και ανέργων: Η συσσώρευση του πλούτου στον έναν πόλο είναι, κατά συνέπεια, την ίδια στιγμή συσσώρευση δυστυχίας. Ο τελικός λόγος για όλες τις πραγματικές κρίσεις παραμένει η φτώχεια και η περιορισμένη κατανάλωση των μαζών [7].
     Ένα ιδιαίτερο στοιχείο, που χαρακτηρίζει τη σημερινή κρίση είναι ότι «το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα παραγωγής ανισότητας, πριν από μερικά χρόνια έφτασε να κατέχει ως πλασματικό διαθέσιμο (επειδή δεν πρόκειται για πραγματικά χρήματα αλλά για την ιδέα της αξίας τους) 630 τρισ. δολάρια τη στιγμή που το παγκόσμιο ΑΕΠ, δηλαδή το εισόδημα όλων των χωρών του κόσμου, δεν ξεπερνούσε τα 54 τρισ. δολάρια» [21].
     Με άλλα λόγια, το χρέος όλου του πλανήτη είναι υπερ-δεκαπλάσιο του ΑΕΠ όλου του πλανήτη! Η αταξία και το χάος σε όλο τους το μεγαλείο!
     Διερευνώντας λοιπόν διαλεκτικά τη γέννηση και την εξέλιξη της κρίσης ανακαλύπτουμε ότι η κρίση γεννήθηκε και οξύνθηκε ένεκα της κοινωνικής ανισότητας και ότι η σημερινή ακραία αταξία του συστήματος καθορίσθηκε από αυτές τις αρχικές του συνθήκες.
     Το ίδιο ακριβώς απέδειξε και η έρευνα σε παγκόσμια κλίμακα, που διενήργησε το Τμήμα Ερευνών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και σύμφωνα με την οποία: εξετάζοντας έξι σημαντικές οικονομικές μεταβλητές στις παγκόσμιες οικονομίες, προέκυψε ότι η ισότιμη διανομή του εισοδήματος είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που συμβάλλει σε παρατεταμένη ανάπτυξη και οικονομική σταθερότητα, ενώ το εξωτερικό χρέος έρχεται τελευταίο και η συναλλαγματική ισοτιμία και η ανταγωνιστικότητα προτελευταίες [22]. Κι όμως, η ακολουθούμενη νεοφιλελεύθερη συνταγή διεθνώς και στην Ελλάδα είναι ακριβώς η αντίθετη.
     Η σημερινή φάση όξυνσης αυτής της οικονομικής κρίσης είναι αποτέλεσμα της άνευ ιστορικού προηγουμένου επιθετικής πολιτικής του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου με δραματικές επιπτώσεις στην οικονομία, στην κοινωνία, στο περιβάλλον, αλλά και στην ίδια τη δημοκρατία, διότι όπως οι ίδιοι οι τραπεζίτες ισχυρίζονται: «αυτοί που ελέγχουν την πίστωση ενός έθνους καθοδηγούν την πολιτική των κυβερνήσεων και κρατούν στη χούφτα τους τη μοίρα των ανθρώπων» [23].

Για την κρίση στην Ελλάδα

     Τα όσα αναφέρθηκαν χαρακτηρίζουν πλήρως και την κατάσταση της οικονομίας, της κοινωνίας και της κρίσης στην Ελλάδα.
     Η ευρύτατα διαδεδομένη εντύπωση ότι στην Ελλάδα δεν παράγουμε τίποτα είναι πλήρως αντίθετη με τα επίσημα στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι αυτή η εντύπωση είναι προϊόν κατασκευής κοινωνικής συναίνεσης και χειραγώγησης [24]. Στην Ελλάδα παράγεται τόσος πλούτος, που αν φορολογούνταν όχι ιδιαίτερα, αλλά όσο και στην ΕΕ (δηλαδή 2 φορές περισσότερο), θα έφθανε για να μη δανειζόμαστε και να μην έχουμε χρέος. Οι ιδιωτικές κινητές και ακίνητες περιουσίες διπλασιάσθηκαν στη δεκαετία 2000-2010 και έφθασαν σήμερα να είναι 3 φορές το ΑΕΠ της χώρας. Και λεφτά λοιπόν υπάρχουν, μόνο που τα κατέχει το 1% περίπου του πληθυσμού χάρη στην υποφορολόγησή του. Στην υποφορολόγηση των κερδών και του πλούτου οφείλεται το χρέος και τα ελλείμματα και όχι στο δεν παράγουμε τίποτα, στους τεμπέληδες Έλληνες, στο υπερτροφικό κράτος κλπ [25].
     Στην Ελλάδα, βιώνουμε μια πρωτοφανή ιστορικά επίθεση του μικρότερου αλλά και πλουσιότερου ποσοστού της κοινωνίας εναντίον της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού. Βιώνουμε μια τεράστια μεταφορά πλούτου από τους εργαζόμενους και τους μικρομεσαίους στα χέρια λίγων.
     Η υλοποίηση αυτής της τεράστιας μεταφοράς πλούτου, διαμεσολαβείται από την εξοντωτική μείωση του δημόσιου τομέα, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την αποχώρηση του δημόσιου από οποιονδήποτε οικονομικό τομέα (ακόμα και από αυτούς, που είναι εθνικής και στρατηγικής σημασίας), από την παιδεία και την υγεία (ιδιωτικοποίηση – εμπορευματοποίηση), από την αξιοποίηση εθνικών φυσικών πόρων και τη δραστική μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. Κι αυτό παρά το γεγονός, που προκύπτει από την ανάλυση των επίσημων στοιχείων, ότι το δημόσιο έλλειμμα και τα χρέη της ελληνικής οικονομίας δεν δημιουργήθηκαν από υπερβολικές κρατικές δαπάνες, αλλά από το ότι η εκάστοτε κυβέρνηση δεν φορολόγησε ένα μικρό ποσοστό πολιτών που έχει τα υψηλότερα εισοδήματα τα τελευταία είκοσι χρόνια (και μάλιστα αυτές οι δημόσιες δαπάνες καλύπτονται στη συντριπτική πλειονότητα από τους έμμεσους και άμεσους φόρους που πληρώνουν οι εργαζόμενοι και όχι από φόρους των επιχειρηματικών κερδών). Και παρά το γεγονός ότι οι δημόσιες δαπάνες δεν είναι υπέρογκες (αντίθετα, είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ και είναι οι μισές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για κοινωνική προστασία) και ότι ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι καθόλου μεγάλος, αλλά αντίθετα, είναι από τους χαμηλότερους στην ΕΕ [26].
     Έχει αποδειχθεί ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική της μείωσης μισθών και απολύσεων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, δεν μπορεί να συμβάλλει: ούτε στη μείωση του δημοσίου ελλείμματος, ούτε στη μείωση του χρέους της ελληνικής οικονομίας, ούτε στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ούτε στην ανάσχεση του κλεισίματος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η αύξηση των κερδών των ολίγων και η συγκέντρωση κεφαλαίου (και άρα οικονομικής και πολιτικής εξουσίας) στα χέρια τους. Με την οικονομική κρίση και την ασκούμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική δεν χάνουν όλοι. Κάποιοι κερδίζουν πολλά [27].
     Η επιτυχής διεκπεραίωση της επιχειρούμενης ιδιωτικοποίησης τομέων στρατηγικής σημασίας για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, η ύδρευση, οι σιδηροδρομικές μεταφορές κλπ, που υπονομεύει κάθε προσπάθεια άσκησης μιας πολιτικής ανεξαρτησίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, προϋποθέτει την αντιμετώπιση κάθε είδους συμμετοχικής δημοκρατίας και ιδίως του συνδικαλισμού διαμέσου της δημόσιας διαπόμπευσης μερικών συνδικαλιστών ή και κλάδων με προνόμια και παροχές. Ο ανομολόγητος συνειρμός, που επιχειρείται να περάσει στην κοινωνία είναι ότι οι συνδικαλιστές ξοδεύουν λεφτά του δημόσιου φορέα, άρα να γιατί δεν πάει καλά το δημόσιο και έχει ελλείμματα και χρέη και άρα, ιδιωτικοποιώντας το δημόσιο φορέα λύνονται όλα τα προβλήματα. Χρειάζεται να μιλήσουμε ξεκάθαρα. Παντού και πάντα υπήρχαν και υπάρχουν συνδικαλιστές με προνόμια και παροχές στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Τα προβλήματα όμως του συνδικαλισμού λύνονται με περισσότερη άμεση δημοκρατία, με περισσότερη συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα. Η ενεργός συμμετοχή και η άμεση δημοκρατία είναι που μπορεί να βάλει στην άκρη τις όποιες πρακτικές προνομίων και καριερισμού [28].
     Τέλος, σε ότι αφορά την προπαγάνδα περί τεμπέληδων Ελλήνων, έκθεση της Eurofound αποδεικνύει ότι: οι Γερμανοί δουλεύουν ετησίως λιγότερο από όλους του Ευρωπαίους (1 εβδομάδα κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ), ενώ Έλληνες, Ισπανοί, Πορτογάλοι δουλεύουν περισσότερο από το μέσο όρο της ΕΕ. Οι Έλληνες δουλεύουν 1 μήνα παραπάνω από τους Γερμανούς και ξεπερνούν ακόμα και το μέσο όρο των ανατολικοευρωπαίων [29].

Αναζητώντας την τάξη μέσα στην αταξία: Η κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία και η άμεση δημοκρατία

     Η αρχική φαινομενικά σταθερή κατάσταση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, με τον νεοφιλελευθερισμό – ως σύγχρονη έκφρασή του – απέβη ασταθής και μεταπίπτει στο χάος. Το σύστημα όντας μακράν της ισορροπίας μπορεί να καταλήξει σε μια νέα τάξη, αφού τα συστήματα δεν αποσυντίθενται αλλά εμφανίζονται νέα. Το ερώτημα είναι: ποιά τάξη θα είναι αυτή;
     Τα ιστορικά δεδομένα που έχουμε είναι ότι ο νεοφιλελευθερισμός, δηλαδή, η σύγχρονη έκφραση του καπιταλισμού έχει παγκόσμια αποτύχει και καταρρέει. Επίσης, το μοντέλο του κρατικού καπιταλισμού (που έφερε το ψευδώνυμο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» με το σοσιαλισμό να είναι ανύπαρκτος), κατέρρευσε εμφανίζοντας μια κρίση, προϊόν αταξίας, που προήλθε παρόμοια, από αρχικές συνθήκες κοινωνικής ανισότητας. Έχουμε ακόμα σα δεδομένο ότι στην προηγούμενη καπιταλιστική κρίση, η νέα τάξη ήλθε μετά από μια απόπειρα επικράτησης του φασισμού και μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο.
     Σήμερα; Υπάρχει διέξοδος προς μια νέα τάξη, ένα νέο σύστημα, που να επικρατεί κοινωνική δικαιοσύνη;
     Αναζητώντας στοιχεία μέσα στη σημερινή αταξία, που να δείχνουν ότι μπορούν να στρέψουν το σύστημα προς μιαν άλλη κατεύθυνση, παρατηρούμε ότι παγκόσμια, αρχίζει να αναπτύσσεται κάτι διαφορετικό και πρωτόγνωρο.
     Στις ΗΠΑ αναπτύσσεται κίνημα μεταφοράς τραπεζικών λογαριασμών. Πρόκειται για μια απλή ιδέα, που ανοίγει νέους ορίζοντες στις δυνατότητες που έχουν οι μικροκαταθέτες να επηρεάζουν τις μεγάλες τράπεζες, προτρέποντας αυτούς ακριβώς τους μικροκαταθέτες να μεταφέρουν τα χρήματά τους στους μικρούς, τοπικούς μη κερδοσκοπικούς πιστωτικούς συνεταιρισμούς.
     Στο Ηνωμένο Βασίλειο, από τους Σκωτσέζους ποδηλάτες μέχρι τους αγρότες του Γιόρκσάϊρ, χιλιάδες Βρετανοί προτιμούν να κάνουν πράγματα από μόνοι τους, σύμφωνα με μια αναφορά, η οποία δείχνει ότι τα κέρδη των συνεταιρισμών έχουν αυξηθεί πάνω από 25% από την εκδήλωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης [30].
     Στην Ισπανία, ο πρώτος συνεταιρισμός του Mondragon ιδρύθηκε το 1956 και σήμερα αποτελεί παγκόσμιο σημείο αναφοράς για όσους ασχολούνται με τα συνεταιριστικά εγχειρήματα και την κοινωνική οικονομία ευρύτερα, αφού έχει δημιουργήσει το μεγαλύτερο και πιο επιτυχημένο δίκτυο συνεταιρισμών παγκοσμίως, τη Mondragon Corporacion Cooperativa, δηλαδή τη Συνεταιριστική Επιχείρηση του Mondragon. Η συσσωρευμένη ανάπτυξη έχει επιτρέψει στο Mondragon Corporacion Cooperativa να κατέχει την έβδομη θέση μεταξύ των βιομηχανικών ομίλων της Ισπανίας με βάση τις πωλήσεις και την τρίτη θέση με βάση τον αριθμό εργαζομένων. Από το σύνολο των εργαζομένων περισσότεροι από τους μισούς είναι πλήρη μέλη των συνεταιρισμών, ενώ ένα μεγάλο μέρος από τους υπολοίπους θα γίνουν μέλη στα επόμενα χρόνια. Η αποδοτικότητα των επιχειρήσεων του Mondragon, ως ο λόγος ανάμεσα στους χρησιμοποιούμενους πόρους (κεφάλαιο και εργασία) και τη συνολική παραγωγή είναι εντυπωσιακή και ξεπερνά κατά πολύ αυτή των κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων [30].
     Σε όλον τον κόσμο, εδώ και δεκαετίες υπάρχουν 800.000.000 μέλη σε συνεργατικές επιχειρήσεις, με πάνω από 100.000.000 θέσεις εργασίας (20% περισσότερες από αυτές που προσφέρουν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις), με την κρίση να μην τις αγγίζει: οι μεγαλύτερες συνεργατικές επιχειρήσεις στον κόσμο παρουσίασαν σταθερότητα ή/και αύξηση παρά την κρίση [30].
     Αλλά και στην Ελλάδα, αγροτικοί συνεταιρισμοί από ολόκληρη την επικράτεια ενώθηκαν και αρχίζουν να προωθούν τα ποιοτικά προϊόντα τους σε επιλεγμένα καταστήματα χωρίς μεσάζοντες και κατά συνέπεια με χαμηλές τιμές. Δεκάδες τοπικά εγχειρήματα συλλογικοτήτων καταγράφονται, όπου προωθείται η πώληση οικολογικών προϊόντων, τα οποία προμηθεύονται απευθείας από τους παραγωγούς χωρίς τη μεσολάβηση μεσαζόντων, δραστηριότητες ανάπλασης εκτάσεων μέσα στον αστικό ιστό και μετατροπής τους σε λαχανόκηπους, δραστηριότητες αλληλέγγυου εμπορίου, δικτύων ανταλλαγών κλπ.
     Ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη, εμφανίζεται το 2011 μια συνεργατική πρόταση, σύμφωνα με την οποία, οι πολίτες – δημιουργώντας συνεταιρισμούς - μπορούν να πάρουν στα χέρια τους το 40% και τη διαχείριση της Εταιρείας Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης - ΕΥΑΘ (που πωλείται από το δημόσιο) και να ξαναγίνει το πόσιμο νερό κοινωνικό αγαθό, αποτρέποντας έτσι την επιχειρούμενη ιδιωτικοποίηση. Η πρόταση συζητείται, τυγχάνει μεγάλης ανταπόκρισης και αγκαλιάσθηκε ήδη από συλλογικότητες, φορείς και πολίτες [31].
     Όλα τα παραπάνω παραδείγματα κινούνται στα πλαίσια της ονομαζόμενης κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, η οποία φαίνεται ότι μπορεί να αποτελέσει ένα ρεαλιστικό δρόμο για την κοινωνικά δίκαιη έξοδο από την κρίση., αφού εξ ορισμού οι βάσεις της είναι:
1. η συλλογική ιδιοκτησία της συνεργατικής επιχείρησης (ένας εργαζόμενος - μία μετοχή - μία ψήφος)
2. η ανατροπή της καπιταλιστικής σχέσης κεφαλαίου – εργασίας
3. η άμεση δημοκρατία και ο λαϊκός έλεγχος των συλλογικών αποφάσεων (αποφάσεις από τις συνελεύσεις και όχι από αντιπροσώπους σε διοικήσεις που εκλέγονται μια φορά στα 2-4 χρόνια)
4. η μη αποξένωση του εργαζόμενου από το προϊόν της εργασίας του
5. η κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη: δεν είναι σκοπός το κέρδος, δεν διανέμονται κέρδη στους μετόχους, δεν δημιουργείται υπεραξία της μετοχής και άρα μελλοντικό κέρδος για τους μετόχους σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας
6. η ισότητα: η δημιουργία ισότητας από τον πλούτο που παράγεται και όχι ανισότητας όπως στο κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο
7. η δημιουργία συνθηκών όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων
8. η φιλική στο περιβάλλον δραστηριότητα
9. η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη διαχείρισή της συνεργατικής επιχείρησης σε σχέση με την καπιταλιστική
10. η απόδειξη της ικανότητας της ανθρώπινης φύσης να διαχειρίζεται περίπλοκες κοινωνικές σχέσεις με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες[32].
     Το οικονομικό μοντέλο παραγωγής και διανομής της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας διαμέσου ενός περιφερειακού και εθνικού συντονισμού των συνεργατικών δραστηριοτήτων και της διεθνούς αλληλεγγύης, αντιστρατεύεται τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, διότι δεν στηρίζεται στην κερδοσκοπία, αλλά στην ικανοποίηση των πραγματικών ανθρώπινων αναγκών, υλικών και άυλων. Όταν προκύπτει πλεόνασμα, αυτό συμβαίνει γιατί το πλήρωσε το κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό λοιπόν πρέπει να επιστρέψει. Αυτό μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους καλύπτοντας πραγματικές ανάγκες που υπάρχουν τη δεδομένη ιστορική συγκυρία: με επέκταση δραστηριοτήτων για να αντιμετωπισθεί η ανεργία (εννοείται κάνοντας μετόχους και τους νέους εργαζόμενους), με δαπάνες για υγεία, εκπαίδευση, πρόνοια κλπ.
     Τέλος, η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία έχει δύο κορυφαία χαρακτηριστικά: α) μπορεί να αρχίσει να υλοποιείται από τώρα, χωρίς να περιμένουμε πότε θα έρθει η κοινωνική αλλαγή και β) υλοποιείται από τα κάτω, από τους ίδιους τους πολίτες, χωρίς να περιμένουν την έλευση κάποιου σωτήρα.
     Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία μπορεί να αποτελέσει μια από τις συνδετικές ουσίες μεταξύ όλων όσοι θεωρούν ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, μέσα από μια άλλη κοινωνία και οικονομία, συνεργατική και αλληλέγγυα.

Ο δρόμος που δεν περπατήθηκε ακόμη…

     Δεν φαίνεται να υπάρχει έτοιμη εθνική οδός ή έστω μονοπάτι για την κοινωνικά δίκαιη έξοδο από την κρίση. Μόνον εμείς (και κανένας άλλος για λογαριασμό μας) μπορούμε να δημιουργήσουμε τον καινούργιο δρόμο για έναν κόσμο κοινωνικά δίκαιο και αλληλέγγυο.
     Το πώς θα χαραχθεί ο δρόμος που δεν περπατήθηκε ακόμη, φωτίζεται ήδη από τα αρχαία χρόνια, με τα λόγια του Πλάτωνα «Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να ασχοληθείς με την πολιτική, είναι ότι καταλήγεις να σε κυβερνούν οι κατώτεροί σου» μέχρι τα λόγια του Gramsci (ειπώθηκαν πριν από την προηγούμενη κρίση, αγνοήθηκαν και ήρθε ο πόλεμος): «Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία….Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της….Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;….Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να συμμετέχεις στα κοινά. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή…..Συμμετέχω στα κοινά, ζω…και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο, ενώ οι λίγοι θυσιάζονται….Ζω, συμμετέχω στα κοινά» [33].

Βιβλιογραφία

1. Επίκουρος, Επιστολή προς Ηρόδοτο, Επίκουρος, Εκδ. Θύραθεν, 2011
2. Αριστοτέλης, Πολιτικά, Εκδ. Πάπυρος, 1975
3. Krugman P., Ήρθε η ώρα να επιστρατευτούν οι επαγγελματίες της θολούρας, The New York Times, www.tovima.gr, 5.11.2011
4. Chomsky N., Το κοινό καλό, Εκδ. Scripta, 2000
5. Einstein A., Telegram, The New York Times, 25 May 1946
6. Πλάτων, Πολιτεία, Εκδ. Πόλις, 2002
7. Marx K., The Capital. A critique of political economy, Ed. Lawrence and Wishart, London, 1954
8. Marx K., Grundrisse – Fondements de la critique de l’ économie politique, Ed. Anthropos, Paris, 1968
9. Marx K., Συμβολή στην κριτική της φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ, Εκδ. Αναγνωστίδη
10. Marx K., Engels F., Η γερμανική ιδεολογία, Εκδ. Gutenberg
11. Engels F., Διαλεκτική της φύσης, Εκδ. Αναγνωστίδη
12. Μπόκαρης Ε., Η Χημεία ως ασυνέχεια της Αλχημείας. Η επιστημολογική παράδοση του Bachelard για τη συγκρότηση της επιστήμης της χημείας (δεύτερο μέρος), Επιστήμη και Εκπαίδευση, 3:53-57, 2006
13. Trotsky L., Διαλεκτικός Υλισμός και Επιστήμη, Επιστημονικό Συνέδριο για την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Mendeleyev, 1925
14. Engels F., Αντι-Ντύρινγκ, Εκδ. Αναγνωστίδη
15. Σκορδούλης Κ., Θεωρία του Xάους και Διαλεκτική, Θέσεις, τ. 58, 1997
16. Prigogine I., Les Lois du Chaos, Flammarion, Paris 1994
17. Prigogine I., Stengers I., Tάξη μέσα από το Xάος, Kέδρος 1986
18. Fourastié J., Les trente glorieuses, Ed. Fayard, 1979
19. Clerc D., Lipietz A., Satre-Buisson J., La crise, Ed. Syros, 1983
20. Κοτζιάς Ν., Διδάγματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, www.enet.gr, 14.8.2011
21. Sassen S., Τελευταίο οχυρό των τραπεζών, οι φόροι και οι συντάξεις, www.enet.gr, 5.11.2011
22. Berg A., Ostry J.D., Η ανισότητα βλάπτει σοβαρά την ανάπτυξη, www.enet.gr, 16.10.2011
23. Grignon P., Money as debt, 2006
24. Chomsky N., Η χειραγώγηση των μαζών, Εκδ. Scripta, 1997
25. Νικολάου Κ., Κατασκευή συναίνεσης και απόκρυψη κερδοσκοπίας: Οι δύο μύθοι ότι δεν παράγουμε τίποτα και δεν υπάρχουν λεφτά, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, Ιούνιος 2011
26. Νικολάου Κ., Η νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα για το μέγεθος και το κόστος του δημόσιου τομέα και την ανάγκη απολύσεων, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, Νοέμβριος 2010
27. Νικολάου Κ., Το κερδοσκοπικό δίλημμα του νεοφιλελευθερισμού σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα: Μείωση μισθών ή απολύσεις; Ιστολόγιο Διαλεκτικά, Δεκέμβριος 2010
28. Νικολάου Κ., Η ιδιωτικοποίηση τομέων στρατηγικής σημασίας και η διαπόμπευση του συνδικαλισμού, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, Απρίλιος 2011
29. EUROFOUND, European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions, http://www.eurofound.europa.eu/
30. ΠΡΩ.Σ.Κ.ΑΛ.Ο., Πρωτοβουλία Συνεργασίας για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, http://prwskalo.blogspot.com/
31. Νικολάου Κ., Μια συνεργατική πρόταση για να περάσει το πόσιμο νερό στα χέρια των πολιτών, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, Νοέμβριος 2011
32. Νικολάου Κ., Η κρίση και η κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, Ιούνιος 2011
33. Gramsci A., Αδιάφοροι, Σοσιαλισμός και κουλτούρα, Εκδ. Στοχαστής, 1982

___________________________________________

ΣΣ:   Το άρθρο αυτό αποτελεί τη βάση προσκεκλημένης κεντρικής ομιλίας, που πραγματοποιήθηκε κατά την τελετή έναρξης του 21ου Πανελλήνιου Συνέδριου Χημείας (9-12 Δεκεμβρίου 2011, ΚΕΔΕΑ – ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη) και περιλαμβάνεται στα Πρακτικά του Συνεδρίου.

6 σχόλια:

  1. Εμπεριστατωμένη η προσέγγισή σου Κώστα και θεμελιωμένη θεωρητικά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. κ. Νικολαου,

    Κατ'αρχην ειναι πολυ αισιοδοξο που βλεπουμε συγχρονο μαρξιστικο λογο να αρθρωνεται εν μεσω της κρισης. Μονο αισιοδοξο μπορει να ειναι αυτο και ιδιαιτερα θετικο στην πολυφωνια και τον δημοσιο διαλογο.

    Θα ηθελα ωστοσο, να κανω μερικες παρατηρησεις και ερωτησεις σχετικα με το κειμενο σας.

    Στην αναλυση σας για την αταξια της σημερινης κρισης ειναι σαφες οτι συνδεετε την υπερσυσσωρευση με την υποκαταναλωση, η οποια ειναι αποτελεσμα, λετε, της απουσιας μη παραγωγικων επενδυσεων. Η καταναλωση ομως, οχι απλα δεν μειωθηκε, αλλα αυξηθηκε τα τελευταια 30 χρονια. Παραλληλα και οι επενδυσεις παρουσιαζαν εντονη κινητικοτητα, αρα δε θα μπορουσε η κριση να ειναι λογω μειουμενης ζητησης (με υπαρκτο ωστοσο τον αντιλογο, κυριως απο νεο-κευνσιανες θεωριες). Η καταναλωση αλλωστε ειναι προπορευομενη και προκυκλικη μεταβλητη σε σχεση με των οικονομικο κυκλο και αρα, μια κριση θα ηταν λιγο πολυ προβλεπομενη αν οφειλονταν στην ταση για υποκαταναλωση.
    Παραλληλα, αποδιδετε στον Μαρξ αν καταλαβα καλα, την αποψη οτι η τελικη αιτια των κρισεων ειναι η υποκαταναλωση των μεγαλων μαζων.
    Στην πραγματικοτητα η θεωρια υποκαταναλωσης δεν ανηκει στον Μαρξ, αλλα στη Ροζα Λουξεμπουργκ (με εν συνεχεια υποστηρικτες τους Sismonti, Hobson, Sweezy, κλπ) αρχικα ως αποτελεσμα της μαλλον λανθασμενης κατανοησης των μαρξιακων σχηματων αναπαραγωγης του 2ου τομου του Κεφαλαιου. Η ιδια μαλιστα χρησιμοποιησε την ιδια ρηση του Μαρξ που χρησιμοποιειται και εσεις, στην επιχειρηματολογια της. Αν η βαθυτερη αιτια της κρισης ηταν η υποκαταναλωση, ιδιαιτερα μισθιακων αγαθων οπως υπαινισεστε, τοτε θα περιμεναμε λογικα, τα κεφαλαια να μετακινηθουν σε πιο κερδοφορους κλαδους, και ετσι το συστημα να ισορροπησει εκ νεου. Και πραγματι, αυτο ειναι κατι που εχει συμβει ουκ ολιγες φορες στο παρελθον χωρις να οδηγησει σε δομικη κριση και υφεση.

    Η ταπεινη μου γνωμη ειναι οτι δεν προκειται για μια κριση υποκαταναλωσης οπως την περιγραφετε, αλλα για κριση κερδοφοριας. Προκειται δηλαδη για μια κριση, α λα Μαρξ, πτωτικης τασης του ποσοστου κερδους λογω ανοδου της οργανικης συνθεσης του κεφαλαιου. Σχεδον το αγγιζετε, οταν γραφετε οτι μεγαλο μερος κεφαλαιων επενδυθηκε στον χρηματοπιστωτικο τομεα. Ο βαθυτερος λογος αυτης της μεταστροφης των επενδυσεων, ειναι η μειωση του ποσοστου κερδους. Πραγματι, μετα το 1975, το υψος του ποσοστου κερδους δεν ξεπερασε το μισο, της προηγουμενης μεταπολεμικης περιοδου, και παρ'ολες τις αντιροπες τασεις, οπως η αυξηση της παραγωγικοτητας, ή η συμπιεση μισθων. Αποτελεσμα, τα κεφαλαια να καταφευγουν στον χρηματοπιστωτικο τομεα οπου οι δυνατοτητες για κερδος ηταν υπερπολλαπλασιες. Ετσι ισως εχει νοημα η αποψη οτι οντως υπαρχει ηγεμονια του χρηματιστικοποιημενου κεφαλαιαου και επικυριαρχια του πανω στο παραγωγικο. Αυτο ομως ειναι αποτελεσμα της αδυναμιας του παραγωγικου κεφαλαιου να ανταπεξελθει λογω της εγγενως μειουμενης κερδοφοριας. Νομιζω αυτη ειναι η ουσια πισω απο την αινια της υπερσυσσωρευσης κεφαλαιου.

    Επισης, σε ο,τι αφορα την αναλυση σας για την Ελλαδα. Αναφερετε οτι καποιοι κερδιζουν πολλα, χωρις να ειναι ομως σαφες για ποιους προκειται. Δεν συσσωρευεται κεφαλαιο στην Ελλαδα. Οι πολιτικες που ακολουθουνται σημερα ειναι αποτυχημενες ακομα και για την ιδια την αστικη ταξη. Η συσσωρευση κεφαλαιου συνοδευεται απο αναιμικη εστω, αναπτυξη. Κατι τετοιο θα ηταν μαλλον θεμιτο τετοιες στιγμες. Επισης δεν αναφερεστε καθολου στο θεμα ευρω- εσωτερικη αγορα. Δεν ειναι αληθεια οτι ο κυριος λογος που εχουμε ελλειμματα ειναι η υποβαθμιση του ελληνικου καπιταλισμου και της ανταγωνιστικοτητας του, λογω της εισαγωγης μας στην ΟΝΕ και το ευρω; Εχοντας κοινο νομισμα με πολυ πιο προηγμενους καπιταλισμους, δεν ειναι αναμενομενο να εχουμε και ελλειμματα τρεχουσων συναλλαγων, και αρα αυξανομενο χρεος;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αγαπητέ Αχιλλέα, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, καθώς και για το πολύ ενδιαφέρον σχόλιό σου, το οποίο δίνει την ευκαιρία να αποσαφηνισθούν μερικά πράγματα.

    Πρώτα απ΄όλα, όλη η ανάλυση στο άρθρο οδηγεί στο θεμελιώδες συμπέρασμα (που επαναλαμβάνεται σε πολλά σημεία) ότι η κρίση - αταξία του συστήματος οφείλεται στις "αρχικές συνθήκες" κοινωνικής ανισότητας (αντίθεση κεφάλαιο-εργασία), η οποία εξελίχθηκε και οξύνθηκε ένεκα της επιλογής του κεφαλαίου να επενδύσει στα πιο κερδοφόρα χρηματοπιστωτικά "προϊόντα", από μια χρονική στιγμή και μετά, προφανώς ένεκα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στους άλλους τομείς (αναλύεται στο άρθρο).

    Φυσικά και αναφέρω ξεκάθαρα ότι πρόκειται για κερδοφορία και υπερσυσσώρευση στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Αυτό δεν είναι "άγγιγμα". Είναι ξεκάθαρο συστατικό στοιχείο της προσέγγισης και αναφέρεται πολλές φορές και σε διάφορα σημεία του κειμένου.

    Η έννοια της υποκατανάλωσης είναι δεδομένο ότι αναφέρεται από τον Marx. Όμως, δεν την εξετάζει ως απόλυτη έννοια, αλλά ως σχετική. Η οποιαδήποτε αύξηση της κατανάλωσης δεν μας λέει και πολλά πράγματα. Η σχετική ως προς τον παραγόμενο πλούτο είναι που μας δείχνει τι συμβαίνει. Τα ποσοστά που αναφέρονται στο άρθρο (για το 1% των πλουσίων στις ΗΠΑ κλπ) είναι χαρακτηριστικά για το τι συνέβη και πως εξελίχθηκε η κρίση σε σχέση με την εξέλιξη της κοινωνικής ανισότητας.

    Σε ότι αφορά την κρίση για την Ελλάδα, αναφέρω ότι ισχύουν τα ίδια και επιπλέον, επιχειρώ να ανασκευάσω ορισμένους μύθους. Και βέβαια έχει συσσωρευθεί πλούτος στην Ελλάδα (διπλασιάσθηκε στην τελευταία δεκαετία) και τον κατέχει το 1% των πλουσίων. Οι περαιτέρω αναλύσεις που ζητάς για την Ελλαδα είναι αυταπόδεικτα εκτός των ορίων αυτού του άρθρου και του στόχου του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. κ. Νικολαου,

    Ευχαριστω που μου απαντησατε, και θα συμφωνησω ως επι το το πλειστον, με την απαντηση σας.

    Αν και η αυτη συζητηση ξεφευγει απο το θεμα του αρχικου σας κειμενου, ειναι πολυ ενδιαφερουσα.

    Θα συμφωνησω οτι η αρχικη αντιθεση κεφαλαιου- εργασιας, ειναι αυτη που δημιουργει την κριση, διαφωνω ομως με τον μηχανισμο που περιγραφετε.

    Αν καταλαβα σωστα το κειμενο σας, ο εφεδρικος βιομηχανικος στρατος ανεργων και η αδυναμια του να απορροφησει την παραγωγη, ωθησε τα κεφαλαια στον χρηματοπιστωτικο τομεα. Η συνολικη κερδοφορια δεν εξαρταται ομως απο την καταναλωση. Αν μειωνονταν αυτη, εστω και σχετικα, η κερδοφορια θα εμενε αμεταβλητη, αν ολοι οι αλλοι παραγοντες μεναν σταθεροι.

    Εχετε δικιο, η υποκαταναλωση αναφερεται απο τον Μαρξ (κυριως στην κριτικη του στη Μαλθουσιανη και Σισμοντιανη υποκαταναλωτικη θεωρια). Οπως σωστα αναφερετε, την εξεταζει σε σχεση με την συνολικη παραγωγη. Δειχνει ομως οτι το συστημα μπορει να μεγενθυνεται ανεξαρτητα απο την καταναλωση των εργαζομενων(η και γενικοτερα την συνολικη καταναλωση).
    Την ενεργο ζητηση την καθοριζουν η καταναλωση των "καπιταλιστων" (οτι και αν αυτο σημαινει σημερα) και κυριως οι συνολικες επενδυτικες δαπανες, μερος των οποιων ειναι οι μισθοι. Και οπως πραγματι αναφερετε, οι δαπανες για κεφαλαια ειναι ολοενα μεγαλυτερες σε σχεση με τις δαπανες για μισθους, με αποτελεσμα τη δημιουργια εφεδρικου βιομηχανικου στρατου ανεργων.
    Ομως αν οι καθαρες επενδυσεις ειναι αρκετες, μπορει να υπαρξει ομαλη και αυξανομενη αναπαραγωγη, ανεξαρτητα της καταναλωσης. Μπορει να υπαρξουν υφεσεις υποκαταναλωσης και εχουν υπαρξει, αλλα δεν οδηγουν σε δομικες κρισεις οπως η σημερινη, καθως τεινουν να ειναι αυτοδιορθωμενες (στο βαθμο που αυξανεται το μεγεθος της επενδυσης).
    Στο ιδιο το εργο του Μαρξ τα ορια της συσωρρευσης δεν προκυπτουν απο ανεπαρκεια ζητησης, αλλα απο την ιδια φυση του κεφαλαιου.

    Σε οτι αφορα την Ελλαδα, συμφωνω οτι εχει συσσωρευθει πλουτος, και κεφαλαιο επισης. Διαφωνησα ομως οτι οι νεοφιλελευθερες πολιτικες, ειδικα των 2 τελευταιων ετων συνεβαλλαν στην συσσωρευση κεφαλαιου. Ισα ισα, νομιζω οτι ακομα και ως προς αυτους τους στοχους εχουν αποτυχει πληρως.

    Ευχαριστω που μου απαντησατε και θα χαιρομουν να καναμε την κουβεντα αυτη και απο κοντα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κώστας Νικολάου13 Δεκεμβρίου 2011 - 9:11 μ.μ.

    Αγαπητέ Αχιλλέα χαίρομαι πολύ για το ενδιαφέρον σου, την ενεργό και ελπιδοφόρα συμμετοχή σου στο διάλογο περί κρίσης.

    Διαφωνείς με ένα μηχανισμό περιγραφής της κρίσης, που όμως δεν είναι δικός μου. Ίσως να προκύπτει αυτό που λες αν απομονώσεις κάποια φράση, αλλά μελετώντας την αλληλουχία των σκέψεων της ανάλυσης, τότε τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά.

    Ας τα πάρουμε ξανά με τη σειρά.

    Το φορντικό μοντέλο (παράγουμε πολύ - καταναλώνουμε πολύ), που εφαρμόσθηκε μεταπολεμικά (1945-1975) και οδήγησε στην πρωτοφανή ιστορικά μεγέθυνση, έβαλε μέσα στο παιχνίδι όχι μόνο την αστική τάξη (δεδομένο προφανώς αυτό), αλλά και τα μικρομεσαία στρώματα, επιχειρώντας να δημιουργήσει μια καταναλωτική κοινωνία των 2/3. Σε αυτό συνέβαλε επίσης, η διάθεση πιστωτικού χρήματος και σε αυτά τα στρώματα. Το σημείο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό: Η μεταπολεμική μεγέθυνση δεν στηρίχθηκε μόνο στην κατανάλωση των "καπιταλιστών" (που λες και συ), αλλά πλατύτερων στρωμάτων, που έτειναν να αγγίξουν τα 2/3 της κοινωνίας.

    Στο άρθρο διατυπώνεται καθαρά και πρώτα απ΄όλα ότι: "Το σπάσιμο της αλληλουχίας ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο πόλους της οικονομικής ζωής, γέννησε την κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Το σπάσιμο αυτής της αλληλουχίας «παράγουμε πολύ – καταναλώνουμε πολύ» ξεκίνησε όταν η αρχική υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, που προέκυψε κατά την «ένδοξη τριακονταετία» επιλέχθηκε να επενδυθεί κυρίως σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα (διότι σχεδιάσθηκαν να έχουν πολύ μεγαλύτερα κέρδη και να είναι αφορολόγητα)".

    Προκύπτει λοιπόν ξεκάθαρα στην ανάλυση, ότι η υπερσυσσώρευση και οι επιλογές, που έγιναν για την αύξησή της γέννησαν την κρίση. Πουθενά δεν αναφέρεται η υποκατανάλωση ως η γενεσιουργός αιτία.

    Επιπλέον, και ένεκα των παραπάνω υπάρχει συμφωνία με την προσέγγιση του Marx στο "Κεφάλαιο", αναφέροντας στο άρθρο ότι "η έννοια της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου μπορεί με ικανοποιητικό τρόπο να προσεγγίσει το χαρακτήρα της σημερινής κρίσης του καπιταλισμού....Η συσσώρευση του πλούτου στον έναν πόλο είναι, κατά συνέπεια, την ίδια στιγμή συσσώρευση δυστυχίας". Η αλληλουχία της σκέψης εδώ είναι πολύ σημαντική: η συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο σημαίνει κατά συνέπεια τη συσσώρευση δυστυχίας (εφεδρικός στρατός, περιορισμένη κατανάλωση κλπ) στον άλλο πόλο. Όχι ανάποδα.

    Σε ότι αφορά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική των 2 τελευταίων ετών, αυτή είναι η κορυφή του παγόβουνου (υπάρχουν παραπομπές σε παλαιότερα άρθρα για πλευρές αυτής της πολιτικής και που οδηγούν τελικά). Στο παρόν άρθρο επιχειρείται να εξετασθεί το παγόβουνο.

    Τέλος, είμαι πάντα στη διάθεσή σου για ένα ζωντανό διάλογο και θα χαρώ πολύ να μας δοθεί η ευκαιρία να τον πραγματοποιήσουμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Το άρθρο
    “ Επιστήμη και κρίση: Προσεγγίζοντας την κοινωνικά δίκαιη έξοδο ”
    αναδημοσιεύθηκε στους παρακάτω ιστότοπους:

    1) http://vathiprasino.blogspot.com
    2) http://spartacusbund.blogspot.com
    3) http://anthologio.wordpress.com/

    ΑπάντησηΔιαγραφή